Μετάβαση στο περιεχόμενο

knock down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας knock down
γ΄ ενικό ενεστώτα knocks down
αόριστος knocked down
παθητική μετοχή knocked down
ενεργητική μετοχή knocking down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
knock down <  δείτε τις λέξεις knock και down

knock down (en)

  1. (μεταβατικό) χτυπάω, ξαπλώνω, ρίχνω κάτω, ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα
    παράδειγμα  A truck knocked him down.
    Τον χτύπησε ένα φορτηγό.
    παράδειγμα  He knocked him down with one blow.
    Τον ξάπλωσε κάτω μ' ένα χτύπημα.
    παράδειγμα  He knocked down his opponent with one blow.
    Έριξε κάτω τον αντίπαλό του με ένα χτύπημα.
     συνώνυμα: fell
  2. (μεταβατικό) γκρεμίζω, ρίχνω, καταστρέφω ένα κτίριο
    παράδειγμα  I am knocking down a hut.
    Γκρεμίζω μια καλύβα.
    παράδειγμα  The wind knocked down our chimney.
    Ο αέρας γκρέμισε την καμινάδα μας.
    παράδειγμα  We will knock down the old house and put up an apartment building.
    Θα ρίξουμε το παλιό σπίτι και θα φτιάξουμε πολυκατοικία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη demolish