knot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
knot knots

knot (en)

  1. ο κόμπος
  2. ο κόμβος (μονάδα μέτρησης)
  3. ο ρόζος του ξύλου
     συνώνυμα:: gnarl (μεγάλη προεξοχή)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knot (pl) αρσενικό

  1. το φιτίλι