knot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
knot knots

knot (en)

  1. ο κόμπος
  2. ο κόμβος (μονάδα μέτρησης)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knot (pl) αρσενικό

  1. το φιτίλι