kościół

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kościół (pl) αρσενικό

  1. η εκκλησία