koc

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔʦ̑/
koc 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

koc (pl) αρσενικό

  1. κουβέρτα (είδος σκεπάσματος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]