Μετάβαση στο περιεχόμενο

koiti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
koiti < koit- + -i
ρήμα koiti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας koitas koitanta koitata
αόριστος koitis koitinta koitita
μέλλοντας koitos koitonta koitota
υποθετική koitus - -
προστακτική koitu - -

koiti (eo)