kolano

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔˈlãnɔ/
kolano 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kolano (pl) ουδέτερο

  1. γόνατο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • na kolanach: στα γόνατα
  • robić coś na kolanie: κάνω κάτι στο γόνατο, πρόχειρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]