kolano

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔˈlãnɔ/
kolano 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kolano (pl) ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • na kolanach: στα γόνατα
  • robić coś na kolanie: κάνω κάτι στο γόνατο, πρόχειρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]