kolega

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kolega (pl) < λατινική collega

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔˈlɛɡa/
kolega 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kolega (pl) αρσενικό

  1. κάποιος με τον οποίο βρίσκεσαι στην ίδια ομάδα ή χώρο ή διατηρείς φιλική σχέση: συνάδελφος, συμφοιτητής, συμπαίκτης, φίλος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]