Μετάβαση στο περιεχόμενο

konduki

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
konduki < λείπει η ετυμολογία
ρήμα konduki
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας kondukas kondukanta kondukata
αόριστος kondukis kondukinta kondukita
μέλλοντας kondukos kondukonta kondukota
υποθετική kondukus - -
προστακτική konduku - -

konduki (eo)