Μετάβαση στο περιεχόμενο

konfiski

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
konfiski < λείπει η ετυμολογία
ρήμα konfiski
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας konfiskas konfiskanta konfiskata
αόριστος konfiskis konfiskinta konfiskita
μέλλοντας konfiskos konfiskonta konfiskota
υποθετική konfiskus - -
προστακτική konfisku - -

konfiski (eo)