Μετάβαση στο περιεχόμενο

konkerata

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

konkerata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος konkeri