krimo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

krimo < krim- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

krimo (eo)