kupa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kupa 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kupa (pl) θηλυκό

  1. (στην παιδική γλώσσα) κακά
  2. (οικείο) η στοίβα, ο σωρός