kurabiye

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Bir tepsi kurabiye
Ένα ταψί με κουραμπιέδες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kʊ.ɾɑː.bi.ˈjɛ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kurabiye (tr)

  1. κουραμπιές, παραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη, μπισκότο.

Κλίση[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]