Μετάβαση στο περιεχόμενο

kurczę

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
kurczę (1)

kurczę (pl) ουδέτερο

  1. το κοτοπουλάκι

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

kurczę (pl)

  1. δείχνει έκπληξη ή κατάπληξη, αμάν