Μετάβαση στο περιεχόμενο

kuutio

Από Βικιλεξικό

Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kuutio (fi)

  • κύβος, (μαθηματικά) η ύψωση στην τρίτη δύναμη