kwiaciarnia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kwiaciarnia kwiaciarnie
γενική kwiaciarni kwiaciarń
δοτική kwiaciarni kwiaciarniom
αιτιατική kwiaciarnię kwiaciarnie
οργανική kwiaciarnią kwiaciarniami
τοπική kwiaciarni kwiaciarniach
κλητική kwiaciarnio kwiaciarnie

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kwiaciarnia < kwiat

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kwiaciarnia 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kwiaciarnia (pl) θηλυκό

  1. ανθοπωλείο

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]