kwiatek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kwiatek kwiatki
γενική kwiatka kwiatków
δοτική kwiatkowi kwiatkom
αιτιατική kwiatek kwiatki
οργανική kwiatkiem kwiatkami
τοπική kwiatku kwiatkach
κλητική kwiatku kwiatki


Ετυμολογία [επεξεργασία]

kwiatek < υποκοριστικό του kwiat

Προφορά[επεξεργασία]

kwiatek 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kwiatek (pl) αρσενικό

  1. λουλουδάκι
  2. λουλούδι