Μετάβαση στο περιεχόμενο

kystique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
kystique kystiques

kystique (fr) αρσενικό ή θηλυκό