labiovélaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /la.bjo.veˈlɛʁ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : la‐bio‐vé‐laire
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| labiovélaire | labiovélaires |
labiovélaire (fr)
Απόγονοι
[επεξεργασία]labiovélaire (γαλλικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χειλοϋπερωικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- labiovélaire - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- labiovélaire - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online