Μετάβαση στο περιεχόμενο

labiovélaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
labiovélaire < labio- + vélaire.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /la.bjo.veˈlɛʁ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: labiolaire

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
labiovélaire labiovélaires

labiovélaire (fr)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

labiovélaire (γαλλικά)

νέα ελληνικά: χειλοϋπερωικός[1]

Αναφορές

[επεξεργασία]