laborantin
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| laborantin | laborantins |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]laborantin (fr) αρσενικό
- o παρασκευαστής φαρμακευτικού εργαστηρίου
| ενικός | πληθυντικός |
| laborantin | laborantins |
laborantin (fr) αρσενικό