Μετάβαση στο περιεχόμενο

laboris

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

laboris (eo)

  • αόριστος του ρήματος labori