laceration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

laceration (en)

  1. σκίσιμο, σημείο του δέρματος το οποίο έχει σκιστεί