Μετάβαση στο περιεχόμενο

lacrima

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η λατινική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lacrima < lacruma, dacrima < παλαιά λατινική dacruma < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dáḱru < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dr̥ḱ-h₂eḱru-. Συγγενή: αρχαία ελληνική δάκρυον, σανσκριτική अश् (aśru).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɫa.kɾɪ.ma/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: lacrima

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lacrima, -ae θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική lacrima lacrimae
γενική lacrimae lacrimārum
δοτική lacrimae lacrimīs
αιτιατική lacrimam lacrimās
κλητική lacrima lacrimae
αφαιρετική lacrimā lacrimīs
(α' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]