Μετάβαση στο περιεχόμενο

lacustre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lacustre lacustres

Επίθετο

[επεξεργασία]

lacustre (fr) αρσενικό ή θηλυκό