laden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

laden (de)

  1. προσκαλώ
  2. φορτώνω



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

laden 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

laden (nl) (αόρ. : laadde, παθ. μτχ. : geladen)