lamiera

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lamiera lamiere

lamiera (it)

  1. φύλο αλουμινίου που χρησιμοποιείται στις κατασκευές.

Συνώνυμα[επεξεργασία]