Μετάβαση στο περιεχόμενο

langsames

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

langsames (de)

  1. (κλίση χωρίς άρθρο)
    1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του langsam
  2. (με αόριστο άρθρο)
    1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του langsam