Μετάβαση στο περιεχόμενο

langsamste

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

langsamste (de)

  1. (κλίση χωρίς άρθρο)
    1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους στον υπερθετικό βαθμό του langsam
    2. ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού στον υπερθετικό βαθμό του langsam
  2. (με οριστικό άρθρο)
    1. ονομαστική ενικού, αρσενικού γένους στον υπερθετικό βαθμό του langsam
    2. ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους στον υπερθετικό βαθμό του langsam
  3. (με αόριστο άρθρο)
    1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους στον υπερθετικό βαθμό του langsam