lasser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

lasser 

Ρήμα[επεξεργασία]

lasser (fr) (μεταβατικό)

  1. (παρωχημένο) κουράζω
  2. κουράζω κάποιον κάνοντάς τον να βαρεθεί
  3. αποκαρδιώνω