latawiec

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

latawiec < latać

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

latawiec (pl) αρσενικό

  1. ο χαρταετός
  2. (οικείο) ο μπερμπάντης
    Συγγενικές λέξεις latawica