latawiec

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

latawiec < latać

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

latawiec (pl) αρσενικό

  1. ο χαρταετός
  2. (οικείο) ο μπερμπάντης
    Συγγενικές λέξεις latawica