Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


late (en)

  1. κοντά στο τέλος μιας χρονικής περιόδου, αργά
    it was late in the evening - ήταν αργά το βράδυ
  2. (ειδικότερα) προς το τέλος της ημέρας
    It was getting late and I was tired - είχε περάσει η ώρα και ήμουν κουρασμένος
  3. ύστερος, μεταγενέστερος
    Late Greek - μεταγενέστερη ελληνική
    Late Minoan period - ύστερη μινωική περίοδος
  4. που φτάνει αργά
    Even though we drove as fast as we could, we were still late. - Αν και τρέχαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, και πάλι αργήσαμε.
  5. που έχει καθυστέρηση στην έμμηνο ρύση
    I'm late, honey. Could you buy a test? - Αγάπη μου, έχω καθυστέρηση. Μπορείς να αγοράσεις ένα τεστ;
  6. (ευφημισμός, συχνά με το άρθρο the ή με αντωνυμία my, his κτλ.) ο μακαρίτης
    Her late husband had left her well provided for.
    The piece was composed by the late Igor Stravinsky.
  7. πρόσφατος
    Lancaster bore him — such a little town, / Such a great man. It doesn't see him often / Of late years, though he keeps the old homestead / And sends the children down there with their mother (Robert Frost, North of Boston, "A Hundred Collars", 1914)