laundry
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| laundry | laundries |
laundry (en)
- (μη μετρήσιμο) το πλυντήριο, η μπουγάδα, τα ρούχα για πλύσιμο (τα άπλυτα) ή τα ρούχα που μόλις πλύθηκαν
I have a lot of laundry today.
- Έχω πολλά πλυντήρια/ρούχα για πλύσιμο σήμερα./Έχω μεγάλη μπουγάδα σήμερα.
I put in a load of laundry.
- Έβαλα ένα πλυντήριο.
I have two loads of laundry to do.
- Έχω δύο πλυντήρια να βάλω.
Where is the laundry room?
- Πού είναι ο χώρος με τα πλυντήρια;
I have a huge pile of dirty laundry in my room.
- Έχω έναν τεράστιο σωρό άπλυτα στο δωμάτιό μου.
I hang out the laundry.
- Απλώνω τα ρούχα.
Your clean laundry is ready to pick up.
- Τα καθαρά σου ρούχα είναι έτοιμα να τα πάρεις.
- ≈ συνώνυμα: wash
- (μη μετρήσιμο) το πλύσιμο ρούχων
- (μετρήσιμο) το πλυντήριο, το κατάστημα για το πλύσιμο ρούχων ή χώρος με συσκευή για το πλύσιμο
a public laundry - πλυντηριο για το κοινό- ≈ συνώνυμα: laundromat
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- laundry - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 574, 716. ISBN 9780194325684., λήμμα: μπουγάδα, πλύση