Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


laundry (en)

  1. το πλυντήριο (κατάστημα για το πλύσιμο ρούχων ή χώρος με συσκευή για το πλύσιμο)
    can you drop my clothes by the laundry tonight on your way home from work?
    our apartment building has laundry in the basement
  2. ρούχα για πλύσιμο ή που μόλις πλύθηκαν
    I have to go get my laundry out of the dryer, I'll call you back in a few minutes
  3. το πλύσιμο ρούχων
    I have to do laundry tonight or I won't have any underwear for tomorrow!