lavender

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lavender (en)

  1. (βοτανική) η λεβάντα
  2. το απαλό μοβ χρώμα που έχει το άνθος της λεβάντας

Επίθετο[επεξεργασία]

lavender (en)