lay off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: layoff

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας lay off
γ΄ ενικό ενεστώτα lays off
αόριστος laid off
παθητική μετοχή laid off
ενεργητική μετοχή laying off

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: lay και off

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

lay off (en)

  • απολύω λόγω έλλειψης ή κατάργησης εργασίας (και όχι τιμωρητικά όπως το fire)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]