Μετάβαση στο περιεχόμενο

leash

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
leash leashes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

leash (en)