legal
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | legal |
| συγκριτικός | more legal |
| υπερθετικός | most legal |
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]legal (en)
- νομικός, δικαστικός, ένδικος, που συνδέεται με το νόμο
It was a mock trial and it had no legal force.
- Ήταν μια εικονική δίκη και δεν είχε νομική ισχύ.
After lengthy legal battles, he recovered his assets.
- Ύστερα από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες ανέκτησε την περιουσία του.
Every legal means was used for his defense.
- Για την υπεράσπισή του χρησιμοποιήθηκε κάθε ένδικο μέσο.
- νόμιμος, θεμιτός, που επιβάλλεται ή επιτρέπεται από το νόμο
Is it legal for anyone to sell drugs?
- Είναι νόμιμο να πουλάει κανείς ναρκωτικά;