legality
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| legality | legalities |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]legality (en)
- (μη μετρήσιμο) η νομιμότητα, το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς)
The legality of abortions differs from country to country.
- Η νομιμότητα των εκτρώσεων διαφέρει από χώρα σε χώρα.
- (συνήθως πληθυντικός) η νομική λεπτομέρεια, η νομική πτυχή κάτι
You need a lawyer to explain all the legalities of the contracts.
- Χρειάζεσαι έναν δικηγόρο για να σου εξηγήσει όλες τις νομικές λεπτομέρειες/πτυχές των συμβολαίων.