Μετάβαση στο περιεχόμενο

legality

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
legality legalities

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

legality (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η νομιμότητα, το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς)
    παράδειγμα  The legality of abortions differs from country to country.
    Η νομιμότητα των εκτρώσεων διαφέρει από χώρα σε χώρα.
  2. (συνήθως πληθυντικός) η νομική λεπτομέρεια, η νομική πτυχή κάτι
    παράδειγμα  You need a lawyer to explain all the legalities of the contracts.
    Χρειάζεσαι έναν δικηγόρο για να σου εξηγήσει όλες τις νομικές λεπτομέρειες/πτυχές των συμβολαίων.