Μετάβαση στο περιεχόμενο

legalization

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
legalization < legalize + -ation

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
legalization legalizations

legalization (en)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]