Μετάβαση στο περιεχόμενο

legis

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

legis (eo)

  • αόριστος του ρήματος legi



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

lēgis (la) θηλυκό