legislation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

legislation (en)

  1. η νομοθεσία· η νόμοι εν ισχύ συνολικά
  2. η νομοθέτηση· η ψήφιση/θέσπιση νέων νόμων