Μετάβαση στο περιεχόμενο

legislation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
legislation < legislate + -ion

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

legislation (en) (μη μετρήσιμο)

  1. η νομοθεσία· οι νόμοι εν ισχύ συνολικά
    παράδειγμα  Young people are disproportionately impacted by the new housing legislation.
    Οι νέοι επηρεάζονται δυσανάλογα από τη νέα νομοθεσία για τη στέγαση.
    παράδειγμα  This was the most impactful piece of legislation passed during his term.
    Αυτή ήταν η νομοθεσία με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο που ψηφίστηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του.
  2. η νομοθέτηση· η ψήφιση ή θέσπιση νέων νόμων
    παράδειγμα  Legislation will be difficult and will take time.
    Η νομοθέτηση θα είναι δύσκολη και θα πάρει χρόνο.
    παράδειγμα  The terrorist attack prompted knee-jerk legislation.
    Η τρομοκρατική επίθεση οδήγησε σε νομοθέτηση στο πόδι.