lekarka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

lekarka < leczyć

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

lekarka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lekarka (pl) θηλυκό

  1. γιατρός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: leczyć