lektion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lektion (sv)

  1. μάθημα
    första lektionen - το πρώτο μάθημα