Μετάβαση στο περιεχόμενο

lenivec

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lenivec < leniv(ý) + -ec.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈle.ɲi.vet͡s/
τυπογραφικός συλλαβισμός: lenivec

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lenivec (sk) αρσενικό

  • lenivec - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025