leurre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
leurre leurres

leurre (fr) αρσενικό

  • (για αντικείμενα, πράξεις) απάτη