Μετάβαση στο περιεχόμενο

lex

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lēx < πρωτοϊταλική *lēks < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lēx, lēgis (la) θηλυκό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική lex legēs
γενική legis legum
δοτική legī legibus
αιτιατική legem legēs
κλητική lex legēs
αφαιρετική lege legibus
(γ' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]