lex
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- lēx < πρωτοϊταλική *lēks < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]lēx, lēgis (la) θηλυκό
- (νομικός όρος) ο νόμος
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | lex | legēs |
| γενική | legis | legum |
| δοτική | legī | legibus |
| αιτιατική | legem | legēs |
| κλητική | lex | legēs |
| αφαιρετική | lege | legibus |
Απόγονοι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- lex - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- lex - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ουσιαστικά (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Νομικοί όροι (λατινικά)
- Λατινικά ουσιαστικά Γ κλίσης
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (λατινικά)