liber
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- liber (επίθετο) < παλαιά λατινικά loeber < πρωτοϊταλική *louðeros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁lewdʰ-er-os < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁lewdʰ-. Συγγενή: (αρχαία ελληνική) ἐλεύθερος, (σανσκριτικά) रोधति (rodhati) κ.ά.
- liber (ουσιαστικό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leup-
Επίθετο
[επεξεργασία]liber (la)
Κλίση
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]liber (la) αρσενικό
- το βιβλίο
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | liber | librī |
| γενική | librī | librōrum |
| δοτική | librō | librīs |
| αιτιατική | librum | librōs |
| κλητική | liber | librī |
| αφαιρετική | librō | librīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- liber - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- liber - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.