license
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| license | licenses |
license (en)
- το δίπλωμα, η άδεια, το έγγραφο που σου επιτρέπει να κάνεις κάτι
I have a license, but I don't have a car.
- Έχω δίπλωμα, αλλά δεν έχω αυτοκίνητο.
driver's license - δίπλωμα/άδεια οδήγησης
- (λογισμικό) η άδεια χρήσης λογισμικού
A license tells others what they can and can't do with your code.
- Μία άδεια λέει σε άλλους τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν με τον κώδικά σας.
- δείτε επίσης: Software license στην αγγλική Βικιπαίδεια
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | license |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | licenses |
| αόριστος | licensed |
| παθητική μετοχή | licensed |
| ενεργητική μετοχή | licensing |
license (en)
- αδειοδοτώ, χορηγώ/δίνω άδεια ή λαμβάνω/έχω άδεια, ειδικά επίσημη άδεια για να κάνω, να κατέχω ή να χρησιμοποιήσω κάτι
The municipality controls and licenses construction projects.
- Ο δήμος ελέγχει και αδειοδοτεί τις κατασκευές.
They had licensed the firm to produce the drug.
- Είχαν χορηγήσει άδεια/δώσει άδεια στην εταιρεία να παράγει το φάρμακο.
The new drug has not yet been licensed in the US.
- Το νέο φάρμακο δεν έχει ακόμη λάβει άδεια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Are you licensed to sell wine?
- Έχετε άδεια να πουλάτε κρασί;