Μετάβαση στο περιεχόμενο

lifespan

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lifespan lifespans

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lifespan < life + span

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lifespan (en)

  • η διάρκεια ζωής, το χρονικό διάστημα από τη γέννηση ως το θάνατο
    παράδειγμα  the average lifespan of a human/an animal - ο μέσος όρος της ζωής ένος ανθρώπου/ενός ζώου
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη lifetime