Μετάβαση στο περιεχόμενο

ligne de pêche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ligne de pêche  δείτε τις λέξεις ligne, de και pêche

Έκφραση

[επεξεργασία]

ligne de pêche (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  • (κατ' αποκοπή) ligne