Μετάβαση στο περιεχόμενο

lignite

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lignite (en)

  1. λιγνίτης



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lignite lignites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lignite (fr) αρσενικό

  1. ο λιγνίτης